Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Κριτική που ’γινες... δίκοπο μαχαίρι

Κριτική που ’γινες... δίκοπο μαχαίρι
της Λουίζας Βογιατζή
ΤΕΥΧΟΣ - Φεβρουάριος 2010

Για να κατηγορήσουμε, να παρατηρήσουμε, να αξιολογήσουμε, να συγκρίνουμε ή να απορρίψουμε, κάνουμε κριτική στους άλλους κυρίως, ενίοτε και στον εαυτό μας, και μάλιστα πολύ αυστηρή. Την πρώτη μας κριτική διάθεση την εκφράζουμε κιόλας από τα γεννοφάσκια μας, όταν γυρνάμε με αποστροφή το κεφάλι στο κουτάλι με το φαγητό που δεν μας αρέσει, στο πρόσωπο που μας χαμογελά αλλά δεν είναι γνώριμο. Και συνεχίζουμε διά βίου, εκδηλώνοντας με τον τρόπο αυτό το σύστημα αξιών που διαμορφώνουμε. Η κριτική είναι πάντα μια πράξη σύγκρισης με κάτι που ασπαζόμαστε ως σωστό, καλό, δίκαιο, ωραίο.

«Εμείς» vs «οι άλλοι»
Η βάση κάθε κριτικής είναι μια αξιο­λόγηση και ένας διαχωρισμός: Αυτό μου αρέσει, εκείνο δεν μου αρέσει, αυτό το βρίσκω καλό, εκείνο όχι, εδώ κάνω σαφές σε εμένα και στους άλλους ότι διαχωρίζω τη θέση μου. Αξιολογώντας και κρίνοντας, αναγνωρίζουμε ποιοι είμαστε και ποιοι είναι οι άλλοι, σε τι μοιάζουμε και σε τι διαφέρουμε. Πρόκειται για μια πράξη κοινωνική, αναγκαία και φυσική, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσαμε να τοποθετηθούμε στον κόσμο. Αν τα ζώα έχουν ανάγκη από το ένστικτό τους για να διακρίνουν τους κινδύνους, αλλά και τις ωφέλιμες γι’ αυτά καταστάσεις, οι άνθρωποι χρειάζονται επιπλέον ένα (κοινωνικό) σύστημα αξιολόγησης βάσει του οποίου να προσανατολίζονται στις σχέσεις τους.

Από την κριτική στη δαιμονοποίηση
Έως εδώ καλά. Όμως η κριτική που ασκούμε στους άλλους, τις περισσότερες ίσως φορές δεν δηλώνει απλώς μια θέση, μια αντίθεση ή μια άποψη. Σπάνια αρκούμαστε στο να εκφράσουμε μόνο αν κάτι μας αρέσει ή όχι, αν συμφωνούμε ή όχι και γιατί. Για την ακρίβεια, τις περισσότερες φορές αυτό ακριβώς είναι που δεν κάνουμε. Αντίθετα, σαν καλοί χριστιανοί που είμαστε, δαιμονοποιούμε και καταδικάζουμε. Βασισμένοι σε μια λογική μαύρου-άσπρου, παίρνουμε ως δεδομένο ότι βρισκόμαστε στην «καλή και σωστή» πλευρά και αυτό το οποίο κριτικάρουμε, στην απέναντι, την «κακή και λανθασμένη». Αυτό, μάλιστα, το κάνουμε συνήθως χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε.

Πόλωση και θυμός
Για παράδειγμα, η κ. Χαρά, η μητέρα της 25χρονης Κατερίνας, δεν καταλαβαίνει γιατί η κόρη της οργίζεται με την κριτική που κάνει στις παρέες της: «Εγώ απλώς εκφράζω τη γνώμη μου, απαγορεύεται δηλαδή; Αφού ο τρόπος που ντύνονται δεν μου αρέσει, είναι γελοίος, και αν πεις για τη μουσική που ακούν; Καμία μελωδία, κακόηχη, μουσική της πεντάρας. Άποψή μου είναι και τη λέω, καλό τους κάνει να ακούνε και μιαν άλλη γνώμη μπας και καταλάβουν!». Φυσικά, η Κατερίνα γίνεται έξαλλη. Γιατί, βέβαια, η μητέρα της δεν δηλώνει απλώς ότι κάτι δεν της αρέσει, αλλά, θεωρώντας τα δικά της αισθητικά κριτήρια τα μόνα σωστά, απορρίπτει με άκαμπτο και απόλυτο τρόπο την αισθητική της κόρης της και των φίλων της. Μια τέτοια κριτική, όταν μάλιστα προέρχεται από τους γονείς, πληγώνει, προσβάλλει, προκαλεί θυμό και -το κυριότερο- δεν αφήνει καμία πόρτα ανοιχτή για προσέγγιση και ανταλλαγή απόψεων. Δημιουργεί πόλωση.

Η ανατομία ενός... εμφυλίου
Η κριτική συχνά δεν απέχει πολύ από την προσβολή και την απόρριψη. Ακόμη πιο δύσκολα είναι τα πράγματα όταν κριτικάρουμε προσωπικά χαρακτηριστικά, συναισθήματα και ιδιαιτερότητες του άλλου. Κάτι που, δυστυχώς, συνηθίζεται στις πιο κοντινές και σημαντικές μας σχέσεις. Διαπιστώνουμε στον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας πράγματα που μας προκαλούν σύγχυση, ντροπή, δυσφορία, είτε γιατί διαφέρουν πολύ από εμάς είτε γιατί, χωρίς να το συνειδητο­ποιούμε, μας θυμίζουν πολύ κάτι από εμάς και θέλουμε να αμυνθούμε. Και η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση!




Η κριτική στην TV

Σαν να μην έφτανε η έμφυτη, αλλά και η από τη διαπαιδαγώγησή μας επίκτητη τάση για κριτική, καταιγιζόμαστε τελευταία και από δεκάδες εκπομπές στην τηλεόραση ή στο Ίντερνετ, στις οποίες καλούμαστε να κρίνουμε. Εκπομπές με καλεσμένους για φαγητό που ο ένας κρίνει τον άλλον, εκπομπές «ταλέντων» που περιμένουν να κριθούν από εμάς, ακόμη και εκπομπές με ζευγάρια, στις οποίες ο ένας καλείται να κρίνει τον άλλον μπροστά στους χιλιάδες τηλεθεατές. Σε μια εποχή όπου όλοι εμφανίζονται υπέρμαχοι του αλληλοσεβασμού, της ανεκτικότητας και τάσσονται κατά των προκαταλήψεων, η ανώνυμη και χωρίς λόγο και πραγματικό αντικείμενο κριτική έχει γίνει καθημερινή συνήθεια. Ο λόγος της επιτυχίας των εκπομπών αυτών; Μάλλον η ανάγκη να αισθανθούμε βολεμένοι στον καναπέ μας, επειδή εμείς βρισκόμαστε στη «σωστή πλευρά» και είμαστε στο απυρόβλητο.




Όταν γινόμαστε αμείλικτοι
Ο Χρήστος και η Μαρίνα είναι μαζί 3 χρόνια. Η σχέση τους περνά πολλές δυσκολίες και δεν είναι λίγες οι φορές που έχουν φτάσει στα πρόθυρα του χωρισμού. Ένας βασικός λόγος είναι η συνεχής, αμείλικτη κριτική της Μαρίνας. «Ακόμα και τον πρώτο καιρό που ήμασταν πολύ ερωτευμένοι -εγώ τουλάχιστον ήμουν-, με την παραμικρή ευκαιρία μού έκανε κριτική. Για τη συμπεριφορά μου, για το φαγητό μου, για το κάπνισμα, αλλά και για το ότι είμαι πολύ αυθόρμητος -κατά τη γνώμη της άξεστος-, για το ότι βοηθάω και συντρέχω πολύ τους φίλους μου -εκείνη λέει ότι με βρίσκουν κορόιδο-, για το ότι έχω κάποιες συνή­θειες που μου αρέσουν, όπως ο
μεσημεριανός ύπνος. Γι’ αυτό με λέει άκαμπτο και κολλημένο. Φυσικά, γίνονται ομηρικοί καβγάδες. Είναι πολύ κουραστική και ψυχοφθόρα αυτή η κριτική. Πραγματικά, μερικές φορές τη ρωτάω γιατί είναι μαζί μου, αφού μου βρίσκει τόσα στραβά...», εξομολογείται ο Χρήστος. Αν και λίγο ακραίο, το παράδειγμα του Χρήστου και της Μαρίνας είναι χαρακτηριστικό για το είδος της κριτικής που ασκούν συχνά ο ένας στον άλλο δύο άνθρωποι που είναι ζευγάρι: Γενικευμένες, παγιωμένες απόψεις που εκφέρονται μάλιστα συχνά με έντονη δυσαρέσκεια, απαξίωση, θυμό, απέχθεια και προκαλούν, όπως είναι φυσικό, άρνηση και αντεπίθεση.

Η κριτική βρίσκει καλό έδαφος όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι τους αγαπούν

«Ξορκίζοντας» τον εαυτό μας
Γιατί όμως αυτή η «μανία» της κριτικής, τη στιγμή μάλιστα που βλέπουμε ότι με αυτό τον τρόπο δεν έχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα; Τι είναι αυτό που προσπαθούμε να «ξορκίσουμε» καταδικάζοντας ό,τι βλέπουμε στον άλλον και δεν είναι «του γούστου» μας; Το βέβαιο είναι ότι αυτά που εξάπτουν την επικριτική μας διάθεση είναι πάντα πράγματα που με κάποιον τρόπο αγγίζουν κάτι δικό μας. Παρατηρώντας τον εαυτό μας να κριτικάρει τους άλλους, αν δεν θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από το δάχτυλό μας, θα διαπιστώσουμε ότι πράγματα που μπορεί να είναι πολύ πιο ενοχλητικά τα ανεχόμαστε με μεγάλη ευκολία, ενώ κάποια άλλα -έστω και σχετικά ασήμαντα- μας κάνουν έξαλλους.

Φως στην «πλευρά της σκιάς»
Όλοι μας έχουμε αυτό που ο μεγάλος ελβετός ψυχαναλυτής Carl Jung ονόμασε «πλευρά της σκιάς»: Αυτά τα «σκοτεινά» κομμάτια του εαυτού μας που -άλλοτε συνειδητά και άλλοτε όχι- για λόγους ανατροφής, ηθικής, αισθητικής έχουμε απωθήσει και αρνηθεί και δεν αφήνουμε να βγουν στην επιφάνεια. Όμως, την πλευρά αυτή τη συναντάμε συνεχώς, άλλοτε σε μορφή ακατέργαστη και συμβολική, όπως συμβαίνει στα όνειρά μας, άλλοτε στον ίδιο μας τον εαυτό σε στιγμές που «χάνουμε τον έλεγχο» και άλλοτε ζωντανά μπροστά μας σε έναν άλλον άνθρωπο. Όσο πιο κοντά μας είναι ο άνθρωπος αυτός, τόσο πιο μεγάλη δυσφορία μάς προκαλούν τα στοιχεία αυτά που αρνούμαστε. Κι ακόμη, όσο λιγότερο έχουμε αποδεχτεί και συμφιλιωθεί με τη «σκοτεινή πλευρά» μας, όσο λιγότερο καλά αισθανόμαστε με αυτό που είμαστε -έστω και με λάθη, αδυναμίες και ατέλειες-, τόσο πιο μεγάλη είναι η ανάγκη μας να κριτικάρουμε τον άλλον. Για δύο λόγους: Για να ξορκίσουμε όλα αυτά που μας ενοχλούν και για να νιώσουμε ότι εμείς είμαστε καλύτεροι - να επιβεβαιώσουμε ότι βρισκόμαστε στη «σωστή πλευρά».

Για να γίνει η κριτική σας αποδεκτή...
Γίνεται, όμως, να σταματήσουμε την κριτική; Όχι, γιατί είναι στοιχείο της κοινωνικής μας ταυτότητας, συνήθεια, βίωμα. Ούτε θα ωφελούσε να γίνουμε ουδέτεροι, να μην αξιολογούμε και να μην κρίνουμε τίποτα. Κι ακόμη, γιατί η κριτική, όταν γίνεται με ειλικρίνεια, ενδιαφέρον και φροντίδα για τον άλλον, είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για να κάνουμε καλύτερες τις σχέσεις μας, ιδιαίτερα αυτές με τους πολύ δικούς μας ανθρώπους. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει η κριτική μας να γίνει ακουστή και δεκτή από τον άλλον. Απαραίτητες προϋποθέσεις γι’ αυτό είναι:
• Να εκφράζουμε την κριτική όχι σαν ετυμηγορία προς τον άλλον ή σαν ξέσπασμα θυμού και παραπόνων, αλλά σαν θέμα προς συζήτηση στο οποίο δεν είμαστε κριτές αφ’ υψηλού, αλλά προβληματισμένοι για κάτι που μας ενοχλεί και αφορά και τους δύο εξίσου. Οι προσωπικές σχέσεις δεν είναι δικαστήριο όπου ο ένας κρίνεται και ο άλλος κατα­δικάζει, αλλά συμμαχία με στόχο το καλό της σχέσης.
• Στην κριτική ο καθένας ανταποκρίνεται καλύτερα όταν αισθάνεται ότι έχει την ελευθερία να δράσει, να αλλάξει κάτι με δική του πρωτοβουλία και με το δικό του τρόπο και όχι γιατί κάποιος το απαιτεί και τον υποχρεώνει. Οι αλλαγές αυτές συνήθως θέλουν χρόνο.
• Και το βασικότερο, η κριτική βρίσκει καλό έδαφος όταν οι άνθρωποι αισθάνονται ότι τους αγαπούν, τους σέβονται και τους αποδέχονται, δια­φορετικά εκλαμβάνεται ως απειλή και απορρίπτεται κατευθείαν.

Η κ. Λουίζα Βογιατζή είναι συμβουλευτική ψυχολόγος

1 σχόλιο:

  1. Μ αρέσει πολύ το άρθρο σου αν και πάντα βάζεις καταπληκτικά κείμενα.ΦΙΛΑΚΙΑ

    ΑπάντησηΔιαγραφή